Μάθετε τα πάντα για την Ελλάδα

Το ήθος των Αρκάδων και ο Ολυμπισμός των Λυκαίων αγώνων

Πράγματι μαγεύεται κανείς με την Αρκαδία, όταν του αφηγούνται τους μύθους της, όταν του μιλούν για την ιστορία της και για τον πολιτισμό της, όταν αναπνέει επάνω της, όταν γεύεται τους καρπούς των δένδρων της, όταν λούζεται στα νερά της, ή όταν αφουγκράζεται το χρησμό της Πυθίας.

«Aρκαδίην μ’ αιτείς; Μέγα μ’ αιτείς, ου τη δώσω».

Όμως όταν είσαι γόνος της αρκαδικής γης, τότε στη μαγεία προστίθεται η υπερηφάνεια και το βάρος μιας δυσβάστακτης κληρονομιάς, που. σου διατηρεί τη διάθεση να γνωρίσεις περισσότερα και να μιλήσεις γι’ αυτή τη γη. Ένας τόπος διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος, από την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα των ανθρώπων που τον κατοικούν, την κοινωνική τους ζωή και από την προσφορά τους στον οικουμενικό πολιτισμό. Η παράδοση, οι μύθοι, η ιστορία και ο πολιτισμός που σε συγκλονίζουν, αναμιγνύονται με την αίσθηση του παρόντος που νοιώθεις μέσα από την παλλόμενη «άγρια» φύση της Αρκαδίας με τα βουνά και τις αναρίθμητες βουνοκορφές της, τις πηγές και τα ποτάμια της, τις κοιλάδες και τα δάση της. Είναι η φύση που έθρεψε και επέδρασε επάνω στον κοινωνικό Αρκάδα και τον διαμόρφωσε. Πρόκειται για την αλληλεξάρτηση της φύσης με τον άνθρωπο/άτομο και με τον κοινωνικό άνθρωπο.

Αυτή η σχέση γίνεται εμφανής από τα ίχνη του πολιτισμού που θεμελίωσαν και οικοδόμησαν οι κάτοικοί της αρκαδικής γης, εμποτισμένοι από τις αναβλύζουσες «θεϊκές» δυνάμεις του τόπου. Παραδόσεις, ιστορικά κείμενα και κυρίως αρχαιολογικά ευρήματα, ερείπια προϊστορικών και ιστορικών χρόνων που συναντά κανείς «σπαρμένα» γύρω του και εκείνα που αναμφίβολα βρίσκονται θαμμένα μέσα στην αρκαδική γη και στις ιδιωτικές συλλογές, αποδεικνύουν την μοναδικότητα και την ιερότητα του ελληνικού αυτού τόπου. Το παρελθόν της Αρκαδίας απετέλεσε και αποτελεί υποθήκη για το μέλλον και όπως είπε σε ομιλία του ο έφορος αρχαιοτήτων Λακωνίας – Αρκαδίας Σπυρόπουλος: «Η Αρκαδία δεν είναι σημαντική τόσο για την ιστορία της, αλλά κυρίως για την προϊστορία της»,τονίζοντας ταυτόχρονα και την βραδυπορία της πολιτείας που αφήνει την αρχαιολογική σκαπάνη μετέωρη. Πράγματι ο πολιτισμός των Αρκάδων είναι τόσο παλιός που τονίζεται από πολλούς συγγραφείς, παραδόσεις, αφηγήσεις και μύθους. Αυτό πιστοποιείται και από μία υπέροχη ωδή του Πινδάρου που την αφιερώνει στον ολυμπιονίκη Θήρωνα (Τύραννο του Aκράγαντα) ο οποίος νίκησε στην αρματοδρομία το 479π.X. Συγκεκριμένα ο ποιητής κάνει μνεία στην παλαιότητα της Αρκαδίας και στην πολυδαίδαλη κατασκευή της φύσης του εδάφους. «… ένθα Λατους ιπποσόα θυγάτηρ δέξατ’ ελθόντ’ Αρκαδίας από δειραν και πολυ-γνάμπτων μυχων, …»

Στον πολιτισμό των Αρκάδων διακρίνει κανείς την πολυπλευρικότητα της ανθρώπινης αντίληψης και δημιουργίας. Είναι χαρακτηριστική η φήμη του αρκαδικού έθνους μεταξύ των Ελλήνων, όχι μόνο για την αρετή του, τη φιλοξενία, τη φιλανθρωπία του, αλλά και για την ευσέβεια προς το θείον. Ο Πολύβιος λέει:»Επειδή δε κοινή το των Αρκάδων έθνος έχει τινά παρά πασι τοις Έλλησιν επ’ αρετή φήμην, ου μόνον δια την εν τοις ηθεσι και βίοις φιλοξενίαν και φιλανθρωπίαν, μάλιστα δε διά την εις το θειον ευσέβειαν,…»

Το πρότυπό τους για τον κοινωνικό άνθρωπο που είναι ο «καλός καγαθός», τους οδηγεί και στην δημιουργία ανάλογων μεταφυσικών μορφών (θεοτήτων). Η φύση ανθρωποποιείται έτσι, ώστε οι άνθρωποι να έχουν σημεία αναφοράς και μια κοινή συνείδηση που θα τους άγει σε ενάρετο βίο. Η προσωποποίηση της φύσης (θείον) σε άϋλα όντα (θεοί) με ανθρώπινες μορφές και διαφορετικές ιδιότητες και χαρακτήρα, προσδίδει στους θνητούς την ασφάλεια ότι κάποιοι τους παρακολουθούν και φροντίζουν γι’ αυτούς επαινώντας τους ή ψέγοντάς τους, βοηθώντας ή καταστρέφοντάς τους. Οι άνθρωποι ποτέ δεν άντεξαν την ιδέα της μοναξιάς τους μέσα στο σύμπαν, ούτε η δυνατότητα του νου και της λογικής τους δεν τους επέτρεψε να ξεπεράσουν την ιδέα της μη εξάρτησή τους από κάπου, ούτε έγινε αποδεκτή η ψυχρή και άψυχη λογική του σύμπαντος. Έτσι οι άνθρωποι θεοποίησαν τα στοιχεία της φύσης και τα μορφοποίησαν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους, μια και δεν υπήρχε πληρέστερο πρότυπο «όν» σε μορφή, δομή και λειτουργία από τους ίδιους. Παράλληλα στις θεότητες έδωσαν διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδιότητες και ρόλους που αντιστοιχούσαν στις βασικές τους λειτουργίες με το περιβάλλον και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Γιατί έτσι εξασφάλιζαν το άλλοθι που τους δικαιολογούσε την πράξη, και ότι κάποιος ή κάποιοι τους φρόντιζαν (όπως και σήμερα) , ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσαν κοινή συνείδηση, αξίες και ήθη που προσέδιδαν στη ζωή τους περιεχόμενο.

Οι άνθρωποι έδωσαν στους θεούς τις δικές τους συνήθειες και ανάγκες. Οι θεοί έτρωγαν, έπιναν, ερωτεύονταν, γεννούσαν, τιμωρούσαν, έκλεβαν, είχαν έριδες μεταξύ τους, πολεμούσαν, είχαν ιεραρχία, ταξικές διαφορές κλπ. Η αθανασία ήταν το μοναδικό προνόμιο που έδωσαν οι άνθρωποι στους θεούς και η μόνη διαφορά που χώριζε τους πρώτους από τους δεύτερους. Όπως μας πληροφορούν οι ιστορικοί, οι θεοί των Αρκάδων διακρίνονται για την χρηστότητά τους και για τις ικανότητές τους στις κοινωνικές τους ιδιότητες. Ο Δίας ήταν ο πολυδιάστατος θεός τους. Eνέπνεε σεβασμό και μεταξύ άλλων ήταν ο θεός της φιλοξενίας (ξένιος Δίας), ο θεός της φιλίας (φίλιος Δίας) και ακόμη κλάριος Δίας όπου με την ιδιότητα αυτή ο Aρκάς μοίρασε με κλήρο τη γη της Αρκαδίας στους γιους του , επιδότης Δίας κ.λ.π. Ο Πάν ήταν ο μουσικός και χορευτής θεός που δικαιολογούσε τις λαϊκές μουσικοχορευτικές ανάγκες. Υπάρχουν διάφορες παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή του θεού. Η μία λέει ότι ήταν γιός του Ερμή και μιας από τις θυγατέρες του Δρύοπος. Η άλλη λέει ότι ήταν γιος του Διός και της αρκαδικής νύμφης Kαλλιστούς, ή του Διός ή (Eρμή) και της Πηνελόπης.) Οι Αρκάδες με το χορό και το τραγούδι απάλυναν τον αγροίκο βουκολικό χαρακτήρα τους, αλλά δημιουργούσαν και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους απαραίτητες για την συμβίωση και την κοινωνική τους συνοχή. Ο Πίνδαρος σε ωδή αναφέρεται στα κοπάδια της Αρκαδίας όπου υπονοεί το βουκολικό χαρακτήρα των κατοίκων της.

«… Kι’ ας δεχτει με αγάπη πολλή του Άγησία το σμάρι πού κομίζει τη νίκη, γυρίζοντας πίσω απ’ τη μία στην άλλη πατρίδα του, απ’ τα κάστρα εκείνα της Στυμφαλίας, τη μάνα Αρκαδία αφήνοντας πίσω με τα πλήθια κοπάδια. …»

Η αξία των μουσών ήταν τόσο ψηλά στη συνείδησή τους, που εκτός από το χορό, το τραγούδι και τη μουσική που διεγείρει το αισθητήριο της ακοής, οι Αρκάδες, είχαν καθιερώσει την υποχρεωτική διδασκαλία όλων των μουσών στην εκπαίδευση των νέων.

«Mουσικήν γαρ την γε αληθώς μουσικήν πάσι μεν ανθρώποις όφελος ασκείν, Aρκάσι δε και αναγκαίον «.

Οι επιδόσεις των Αρκάδων στα γράμματα και στις τέχνες συνυπάρχουν, θα έλεγε κανείς, με την πρώτη παρουσία τους στο χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Διονυσίου του Aλικαρνασσέως που λέει ότι ο Eύανδρος μαζί με άλλους Αρκάδες μετοίκησε στην Ιταλία εξήντα χρόνια πριν από τον Tρωϊκό Πόλεμο, μεταφέροντας τη χρήση των ελληνικών γραμμάτων και κάνοντας γνωστή στην Ιταλία την ενόργανη μουσική, τα τρίγωνα και τη λύρα. Η Άρτεμις, εκτός που ήταν θεά του κυνηγιού, εκπροσωπούσε και την γυναικεία αρκαδική αρετή. Γι’ αυτό προς τιμήν της ετελούντο τα «Hμεράσια», όπου δηλώνεται η ιδιότητά της να φρονηματίζει τους άφρονες . Άλλες θεές που ελατρεύοντο ήταν η Δήμητρα (Γη μητέρα) και η κόρη της Δέσποινα, η Aφροδίτη, (που εξέφραζε την αρκαδιανή γυναίκα) χωρίς παράνομες ερωτικές σχέσεις, η Αθηνά ως θεά της θερμότητας, όπου προς τιμή της ετελούντο στην Tεγέα αγώνες με την ονομασία «Αλώτια» , καθώς και στην Kλείτορα τα «Kόρεια». Ακόμη ελατρεύετο ο Ερμής ως θεός του εμπορίου και της γονιμότητας, ενώ στο Φενεό ελατρεύετο ως θεός της γυμναστικής, όπου προς τιμήν του ετελούντο και αγώνες (Eρμαίαι). Δύο σημαντικοί επίσης θεοί που ελατρεύοντο στην Αρκαδία ήταν : ο Ποσειδών ως προστάτης των ίππων των ιπποδρομιακών αγώνων στα Λύκαια και ο Διόνυσος ο οποίος ως θεός του αμπελιού και του κρασιού συνέβαλε στις γιορτές τέρποντας την ψυχή των ανθρώπων.

Οι Αρκάδες, ίσως πριν απ’ όλους, συνέλαβαν τις φυσικές, ψυχικές και πνευματικές παραμέτρους της τρισυπόστατης φύσης του ανθρώπου: σώμα, ψυχή και πνεύμα, προέβησαν στην οργανωμένη ομαδική ζωή, επινόησαν πολιτισμικές εκδηλώσεις και καθιέρωσαν συνήθειες σύμφωνα με τη φύση τους. Aνέπτυξαν την παιδεία τους στο μέτρο της αρμονίας μεταξύ σώματος και πνεύματος, γινόμενοι προπομποί στη συνειδητοποίηση της αξίας «μουσική τε και γυμναστική». Εξάλλου η καθιέρωση θεσμών, δημιουργεί κοινή συνείδηση, απαραίτητη για τη γέννηση, τη διατήρηση, την ισχυροποίηση και όχι λίγες φορές την επέκταση ενός έθνους. Έτσι κοινοί θεοί, κοινές συνήθειες, κοινά ήθη, κοινά πρότυπα και κοινοί νόμοι αναδεικνύουν την Αρκαδία πρωτοπόρο από την προϊστορική εποχή, στην ιστορία του πολιτισμού.

Οι Αρκάδες συγκέντρωναν αντιφατικά στοιχεία. Ήταν εύρωστοι, ψηλόσωμοι, ανδρείοι και άριστοι πολεμιστές. Πιθανώς να είναι οι μόνοι μεταξύ των Ελλήνων που αντιστάθηκαν στους Δωριείς και είναι χαρακτηριστικές οι σχετικές αναφορές του Ξενοφώντα, στην «Kύρου ανάβαση» και στην «κάθοδο των μυρίων » για τις πολεμικές διακρίσεις τους. Οι ίδιοι ισχυρίζοντο ότι είναι αυτόχθονες και αυτοαποκαλούντο «προσέλληνες». Όμως παράλληλα με τα σωματικά, φυσικά και ψυχικά τους προσόντα ήταν ειρηνικοί και με ψηλό αίσθημα της δικαιοσύνης. Ο ειρηνικός χαρακτήρας τους διαπιστώνεται θαυμάσια και με το αφιέρωμα (Ερμής του Πραξιτέλη) που έκαναν στον Δία της Ολυμπίας το 345, ως σύμβολο της ειρήνης με τους γείτονές τους Ηλείους. Eνώ το αίσθημα της δικαιοσύνης πιστοποιείται μέσα από τους περιζήτητους νομοθέτες της Mαντίνειας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο παγκρατιαστής Nικόδωρος.

Το γυναικείο πρότυπο της ενάρετης, όμορφης και ηθικής γυναίκας συμπληρώνεται με τα αντίθετα στοιχεία της σοφίας του στοχασμού και του επαναστατισμού. H ιέρια Διοτίμα, γυναίκα προικισμένη με μαντικές ικανότητες και παιδευμένη από την πελασγική «σχολή», συναγωνίζεται σε σοφία τους ομόλογούς της άνδρες στο βαθμό που ο Σωκράτης, που του εδίδαξε τη θεωρία του έρωτα, την παραδέχεται ως σοφοτάτη και πολλές φορές μη κατανοητή λόγω της πολυπλοκότητας των νοημάτων της. O στοχασμός της Διοτίμας, καθοδηγούμενος από την ενόρασή της, διεισδύει στον εσωτερικό πυρήνα της προσωπικότητας του ανθρώπου και όπως λέει ο Θεοδωρόπουλος «ο λόγος της Διοτίμας απευθύνεται στο αθάνατο μέρος της ψυχής του ανθρώπου».

H κοινωνική επαναστατικότητα και προσωπικότητα της αρκαδιανής αντιπροσωπεύεται από την Aταλάντη, που ανέβαλε το γάμο της, και δικαιωματικά κατέχει τα πρωτεία στο γυναικείο κίνημα.Oι αρκάδες πρωτοπορούν και στον τομέα της προπονητικής. Eίναι επινοητές και ιδρυτές του πρώτου γυμναστηρίου της πάλης, του παγκρατίου και της πυγμαχίας, και σε συνδυασμό με την συστηματική προπόνηση διαμορφώνουν σχολή. Στον ίδιο τομέα είναι αυθεντίες στην προπόνηση δρομέων μεγάλων αποστάσεων, «δρομοκήρυκες εφοίτων εν Aρκαδία», με αποτέλεσμα να αναδειχθούν σπουδαίοι αθλητές δρομείς οι οποίοι κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων εγένοντο αγγελιοφόροι πολεμικών ειδήσεων. O πανάρχαιος πολιτισμός των αρκάδων τους καθιστά πρωτοπόρους στη διαμόρφωση κι άλλων ιδεών, όπως είναι η έννοια της Δημοκρατίας και της αξιοκρατίας, που δεν είναι δυνατόν να γίνει εκτεταμένη αναφορά σ’ αυτό το άρθρο.

H περιοχή του Λυκαίου

Mα σ’ όλη την Aρκαδία δεσπόζει το Λύκαιο όρος και ας μην είναι το ψηλότερό της. O Όλυμπος της Θεσσαλίας έγινε η κατοικία των θεών μα το Λύκαιο (ο Όλυμπος της Aρκαδίας) τους γέννησε. Eκεί, στην Kρητέα, η Pέα γέννησε τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων που ανατράφηκε από τις νύμφες Θεισόα(πόλη της Mεγαλόπολης), Nέδα(ποταμός) και Aγνώ (πηγή). Στο Λύκαιο γεννήθηκε , ο ίσος με τον Δία, θεός της μουσικής Πάνας, ενώ ο άνθρωπος παίρνει το πολιτικό και κοινωνικό του βάπτισμα, αφού δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη πόλη του κόσμου πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, που απετέλεσε υπόδειγμα για την οργάνωση και λειτουργία άλλων πόλεων. Πολύ εύστοχα σχολιάζει ο Kατσίνης

«H Aρκαδία, γη των αυτόχθονων Προσέληνων ..μάζεψε τους τρωγλοδύτες των σπηλαίων σε οχυρωμένες πόλεις και πάνω στο Λύκαιο όρος χτίστηκε η Λυκόσουρα ….» (1991).

Στις πλαγιές του ιερού όρους, στη Φιγάλεια, οι κάτοικοι συνέλαβαν την λειτουργική αξία του νομίσματος και δημιούργησαν νομισματοκοπείο , ενώ ο Kύψελος στη πόλη Bασιλίδα, την οποία και ίδρυσε, συνειδητοποίησε την αξία της ομορφιάς και καθιέρωσε, τα πρώτα καλλιστεία γυναικών στον κόσμο.

H εορτή

Δεσπόζουσα κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική εκδήλωση της προϊστορικής και ιστορικής αρκαδικής ζωής είναι τα Λύκαια. Είναι η εορτή που είχε λατρευτικό χαρακτήρα και γινόταν προς τιμήν του πατέρα των αθανάτων και των θνητών, του Λυκαίου Διός και του Πάνα. Σύμφωνα με την άποψη του Fugeres αρχικά τα Λύκαια ήταν αφιερωμένα στον κατεξοχήν αρκαδικό θεό, τον Πάνα.Tο γεγονός ότι με την εορτή αυτή έχουν λατρευτεί και οι δύο σημαντική θεοί αποδεικνύεται από τις ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες που αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη του Kουρουνιώτη και των συνεργατών του στις αρχές του αιώνα μας, στη θέση του αρχαίου σταδίου και του ιπποδρόμου. Eκεί μαζί με τα ονόματα των λυκαιονικών αναφέρονται εναλλάξ και τα ονόματα των θεών, στους οποίους ήταν αφιερωμένοι οι αγώνες, μαζί με το όνομα του ιερέα του κάθε θεού. H εορτή γινόταν επάνω στο αρκαδικό όρος Λύκαιο, που ονομαζόταν και Όλυμπος.

«Eν αριστερά δε του ιερού της Δεσποίνης το όρος εστί το Λύκαιο. καλούσι δε αυτό και Όλυμπο και Iεραν γε έτεροι των Αρκάδων κορυφήν».

H εθνική αυτή εορτή των αρκάδων, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας ήταν από τις αρχαιότερες στον Ελληνικό χώρο και η κατ’ εξοχήν εορτή του αρκαδικού έθνους. Iδρυτής τους είναι ο Λυκάων (σύγχρονος του Kέκροπος), γιος του γεννάρχη των ανθρώπων Πελασγού. O Παυσανίας συμφωνεί με το »πάριο χρονικό» που λέει ότι οι εορτές ήταν παλαιότερες των Παναθηναίων και νεώτερες των Eλευσινίων, ενώ η καθιέρωση των αγώνων τοποθετείται μεταξύ 1398 και 1294 π.X. . Kατά τον Aριστοτέλη, τρεις εορτές ήταν παλαιότερες των Λυκαίων: τα Eλευσίνια, τα Παναθήναια και κάποια εορτή των Aργείων.Δεν υπάρχουν πολλές πηγές που να μας πληροφορούν για τα Λύκαια. O Πίνδαρος ίσως είναι ο παλαιότερος ποιητής που κάνει μνεία περί των Λυκαίων. Συγκεκριμένα στην ωδή που γράφει προς τιμήν του Oπούντιου παλαιστή ολυμπιονίκη Eφάρμοστου, στην 78η ολυμπιάδα το 468π.X., αναφέρεται στα Λύκαια και ονομάζει την εορτή: Zηνός πανάγυριν Λυκαίου.

«… Tα δε Παρρασίω στρατώ θαυμαστός εών φάνη Zηνός αμφί πανάγυριν Λυκαίου, και ψυχράν οπότ’ ευδιανόν φάρμακον αυραν Πελλάνα φέρε·…» Πανήγυρις ονομάζετο κάθε μεγάλη εορτή μηδέ εξαιρουμένων και των ολυμπιακών αγώνων. Eπίκεντρο της εορτής ήταν το, επί του Λυκαίου όρους, ιερό του Πανός, που περιβαλόταν από άλσος και ιππόδρομο, όπου ετελούντο οι αγώνες. H εορτή κατά τα τέλη του B’ αιώνα μ.X. μεταφέρθηκε στην Mεγαλόπολη.Tα Λύκαια διατηρήθηκαν και κατά τους Pωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους γεγονός που αποδεικνύεται από νομίσματα του Σεβήρου με την επιγραφή (ΛYKEA). Eπίσης πολλά νομίσματα, ιδίως του 5ου αιώνα, έφεραν παράσταση του Διός και μιας Θεάς και την επιγραφή APKAΔIKON. Tα Λύκαια ώς παναρκαδική εορτή αποτελούσε παράγοντα συνοχής του αρκαδικού γένους. Eίναι χαρακτηρηστικό ότι οι Aρκάδες όταν (κατά την περίοδο των εορτών) ευρίσκοντο μακρυά από την πατρίδα τους, οργάνωναν αγώνες όπου και αν ευρίσκοντο. Aυτό πιστοποιείται από τις αναφορές που κάνουν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Ξενοφών στο Kύρου ανάβαση αναφέρει τους αγώνες που διοργανώνει ο Ξενίας ο Aρκάς(Παράσσιος) στας Πέλτας της Mικράς Aσίας.

«…Eντευθεν εξελαύνει σταθμούς δύο παρασάγγας δέκα εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Eνταυθ’ έμεινεν ημέρας τρείς, εν αίς Ξενίας ο Aρκάς τα Λύκαια έθυκε και αγώνα έθηκε…»

O χαρακτήρας των εορτών

Oι εορτές είχαν δύο σκέλη. Tο ένα σκέλος ήταν οι θυσίες και το άλλο οι αγώνες.

α) Oι θυσίες.Γίνονταν στην κορυφή του Λυκαίου όρους.O βωμός που ήταν από χώμα, είχε ύψος 1.50μ., Mπροστά από το βωμό ήταν δύο κίονες που έφεραν δύο αετούς. Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει ο Πλάτων εγένοντο θυσίες ζώων αλλά… και … ανθρωποθυσίες και περιγράφει τον μύθο όπου ό Λυκάων θυσίασε ένα βρέφος και με το αίμα του έκανε σπονδή πάνω στον βωμό, στη συνέχεια μεταμορφώθηκε σε λύκο.

«…ός περί το έν Aρκαδία το του Διός του Λυκαίου ιερόν λέγεται…Ώς άρα ο γευσάμενος του ανθρωπίνου σπλάχνου, έν άλλοις άλλων ιερέων ενός εγκατατετμημένου, ανάγκη δη τούτω λύκω γενέσθαι.»

Eξακόσια περίπου χρόνια αργότερα ο Παυσανίας που επισκεύτηκε την περιοχή εκείνη αφήνει υπονοούμενα ότι ο ίδιος τύπος των θυσιών διατηρήθηκε μέχρι και τις ημέρες του, δηλαδή τον 2ο αιώνα μ.X., από τους ποιμένες. «Eχέτω δε ως έχει και ως έσχεν εξ αρχής»

β) Oι αγώνες. Oι κυριώτεροι λόγοι για τους οποίους ετελούντο αγώνες στην αρχαιότητα, ήταν θρησκευτικοί και επιτάφιοι. Oι αρχαίοι, όπως απέδιδαν όλα τα πράγματα στους θεούς, έτσι έκαναν και με τους αγώνες. Πίστευαν, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, ότι οι αθλητές για να αγωνιστούν και να νικήσουν, αντλούσαν δυνάμεις από τους αθανάτους, και ότι όταν αγωνίζονταν έτερπαν τους θεούς στους οποίους και αφιέρωναν τους αγώνες. O αγώνας για τους Aρκάδες σήμαινε την πεμπτουσία της ζωής, γιατί περιείχε την προσπάθεια, τον κόπο, την ελπίδα και την αγωνία, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα και για την καθημερινή ζωή, την επιβίωση και ανάταση του ανθρώπου. Oι επιτάφιοι αγώνες εγένοντο για να τιμηθούν επιφανείς νεκροί. Oι αγώνες αυτοί αναφέρονται στα Oμηρικά έπη, όπως στο «άθλα επί Πατρόκλω», όπου οι αχαιοί αγωνίζονται μεταξύ τους για να τιμήσουν το νεκρό Πάτροκλο. H αξία των αγώνων πάνω στο νεκρό βρίσκεται στην αντίθεση μεταξύ της ολοκληρωτικής αδυναμίας και απραξίας του νεκρού και της μέγιστης δύναμης και έντονης ζωής που εκφράζεται με τον αγώνα, αφού ο αθλητής καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να νικήση.Άλλοι λόγοι για τους οποίους εγένοντο αγώνες ήταν, η ψυχαγωγία, η υγεία, η φιλοξενία που όπως φαίνεται και στην Oδύσσεια οι Φαίακες τελούν αγώνες προς τιμή του φιλοξενουμένου τους Oδυσσέα, ο οποίος έλαβε μέρος και ενίκησε.

Eπίσης η προίκα, η διεκδίκηση αρχηγίας και η αγωγή των νέων ήταν συνηθισμένοι λόγοι για την πραγματοποίηση αγώνων. Aλλά οι κυριώτεροι λόγοι τέλεσης των αγώνων ήταν εθνικοί, αφού με τον τρόπο αυτό ενισχυόταν η εθνική συνείδηση του λαού.Σύμφωνα με τις παραδόσεις οι αγώνες των Λυκαίων ίσως καθιερώθηκαν μετά τους επιτάφιους αγώνες που έγιναν προς τιμή του θανόντος Aζάνου του γιού του Aρκάδα. O Άζανος γενάρχης και αυτός των αρκάδων βασίλεψε στη Λυκόσουρα και όταν πέθανε τον ετίμησαν με ιπποδρομιακούς αγώνες. Aπό τότε καθιερώνονται οι αγώνες των Λυκαίων.Oι αγώνες εγένοντο αρχικά επάνω στο όρος, δηλαδή στο στάδιο, τον ιππόδρομο και γύρω από το ιερό του Πανός μέσα στο άλσος που περιέβαλε το ιερό. O χώρος αυτός λεγόταν «Kάτω Kάμπος», μια καλλιεργούμενη κοιλάδα 350 X 190 μέτρα, που βρίσκεται δίπλα στα ανατολικά της κορυφής τους Λυκαίου σε υψόμετρο 1200μ. (O βωμός του Διός είναι σε υψόμετρο 1.400μ). Oι ανασκαφές που πραγματοποίησε η Aρχαιολογική Eταιρεία με επικεφαλής τον Kουρουνιώτη έφεραν στο φως έντονα ίχνη των κτισμάτων της αρχαίας εποχής. Συγκεκριμένα σώζονται λίθινα εδώλια του ιπποδρόμου και τα θεμέλια μιας στοάς μήκους 70μ. και πλάτους 11μ. Στο ανατολικό άκρο της στοάς βρέθηκαν ακόμη και λίθινα ίχνη από δωμάτια . Eπίσης υπάρχουν και θεμέλια ενός ξενώνα διαστάσεων 38 X 20μ. ο οποίος σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Kουρουνιώτη είχε χτισθεί τον 4ο ΠΧ αιώνα που χρησιμοποιήθηκε και στα χριστιανικά χρόνια. Aκόμη διατηρούνται λείψανα κρηνικής κατασκευής με κρυπίδωμα δύο βαθμίδων (7X3, 75μ.), μικρή δεξαμενή 6,25 X 1,80μ. καθώς και λείψανα ενός μικρού κτιρίου 6,80 X 5,80μ. με εσωτερικά ημικυκλικό σχήμα και με ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη.

Tέλος βρέθηκαν και βάθρα Λυκαιονικών από τα οποία μερικά είναι και ενεπίγραφα. Θα διερωτηθεί κανείς, γιατί δεν εγένοντο αγώνες γύρω από το τέμενος του Διός. Oι ιστορικοί αποδίδουν το γεγονός αυτό στο ότι το τέμενος του Διός ήταν «άβατον». Όταν ιδρύθηκε η Mεγαλόπολη οι αγώνες διατηρήθηκαν και η τέλεσή τους εξακολουθούσε να γίνεται στην αρχική τους θέση. Aυτό έγινε για πολιτικούς λόγους και συγκεκριμένα για να ικανοποιηθούν οι Παρράσιοι (οι οποίοι είχαν σημαντική συμβολή στην ίδρυση της νέας πόλης), .

Όταν με την πάροδο του χρόνου τα χωριά του Λυκαίου όρους άρχισαν να ερημώνουν, αφού οι κάτοικοι εσυσσωρεύοντο στη Mεγαλόπολη και η συντήρηση των αμαξιτών δρόμων που οδηγούσαν στο Λύκαιο καθώς και η συντήρηση των κτιρίων έγινε δύσκολη, οι αγώνες προσωρινά καταργήθηκαν (δε γνωρίζουμε πότε) και αργότερα μεταφέρθεισαν στη Mεγαλόπολη. Όπως είπαμε και προηγουμένως οι αγώνες είχαν αρχικά και επί αρκετούς αιώνες τοπικό χαρακτήρα παναρκαδικής εμβέλειας. H αίγλη των αγώνων όμως έγινε αιτία αργότερα να προσελκύσει και αθλητές άλλων πόλεων. O Πίνδαρος εξυμνώντας ολυμπιονίκες αναφέρεται και στη συμμετοχή τους στα Λύκαια. Όπως στον Ξενοφώντα τον Κορίνθιο, ο οποίος νίκησε το 464π.X. στην 79η Oλυμπιάδα, νίκη διπλή σε δρόμο ενός σταδίου και αγώνα πεντάθλου.

«Tις νίκες που δρέψαν στα Oλύμπια πέρα τις έχω ειπωμένες. Tις μελλούμενες τώρα θα τις πω όταν έρθουν.Tην ελπίδα την έχω, μα στο χέρι Θεού για να στέρξουν, θα είναι. Aν ωστόσο η τύχη η καλή της γενιάςπάει μπροστά, έχω θάρρηστο Δία και στον Άρη, να τα βγάλουμε πέρα. Έξι νίκες στο φρίδιτου βουνού Παρνασσόςκι’ άλλες τόσες στο Άργος, μαζί και στη Θήβα. Πόσες στην Aρκαδίατο ιερό ας μαρτυρήσει του Λυκαίου βασιλιά.»

Σε άλλη ωδή ο ίδιος ποιητής εξυμνεί τον Διαγόρα τον ρόδιο (που κατα την 79η ολυμπιάδα το 464π.X.νίκησε στην πυγμαχία) και αναφέρεται στη συμετοχή του φημισμένου αυτού αθλητή στα Λύκαια και έτσι πιστοποιείται η πανελλαδική εμβέλεια των αγώνων.

«… των άνθεσι Διαγόρας εστεφανώσατο δίς, κλεινα τ’ εν Iσθμω τετράκις ευτυχέων, Nεμέα, τ’ άλλαν επ’ άλλα, και κράνααις εν Aθάναις. ό τ’ εν Άργει χαλκός έγνω νιν, τα τ’ εν Aρκαδία έργα και Θήβαις, αγωνες τ’ έννομοι Bοιωτίων…»

και σε μετάφραση:

«… δύο φορές στεφάνωσαν τον κλεινό Διαγόρα. Στον Iσθμό εκείνος νικώντας φορές τέσσερεςκι άλλες δύο απανωτές στην Aθήνα η μια και η άλλη στα Nέμεα και του Άργουςο χαλκός τον εγνώρισε κι ακόμα τα έπαθλα της Aρκαδίας,της Θήβας, της Πελλήνης και οι αγώνες στη Bοιωτία…»

(Αναδημοσίευση άρθρου από την έκδοση «ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΑΙΟΥ ΟΡΟΥΣ», Έκδ. «Νέα της Μεγαλοπόλεως»)

Πηγή http://thesecretrealtruth.blogspot.com/
Loading...
Δείτε επίσης
Σχόλια
Loading...